CD

  1. Van Gogh
  2. Μοναχικοί ταξιδιώτες
  3. Μόνο στα όνειρα
  4. Απλώς μια επιφάνεια
  5. Να τελειώνουμε
  6. Λαϊκό ζευγάρι
  7. Μέρες του '50
  8. Για να φτάσω ως εσένα
  9. Το ποτάμι

Other Suppliers

Mourjo

John Mourjopoulos, Christos Laskaris
To Potami (The River)

John Mourjopoulos, musician and professor of Electroacoustics and Digital Audio Technology at the University of Patras and poet Christos Laskaris (1938-2008) team up to produce ‘To Potami’ (‘The River’)

A selection of nine of Laskaris’ poems are read by himself on top of a dense sonic fabric created by Mourjopoulos. The two collaborators work their material in perfect balance: Laskaris’ honest expressive voice speaks themes of life, death, love and liberation, while Mourjopoulos turns words into sound, combining drones, experimental sound-design, jazzy interludes and moody melodic lines.

On a first level this album works as a spoken-word tribute to the late poet, but it’s more than that. Laskaris and Mourjopoulos are a musical duo, a band in the truest sense of the term, as each one has transcended the boundaries of his field to produce something greater.

Πολίτης

Πολλές φορές έχω διατυπώσει την άποψη ότι η ποίηση δεν μελοποιείται, αλλά φανερώνεται εάν κι εφόσον ο μουσικός έχει την απαιτούμενη λεπτότητα να εισδύσει με διάκριση στον κόσμο της. Να γίνει ένα με το σώμα της, χωρίς να παραβιάσει την ελευθερία της. Η σπουδαία ποίηση δύσκολα ακολουθεί τις επιθυμίες οποιουδήποτε, συμπεριλαμβανομένου και του δημιουργού της. Ακόμα κι αν καταφέρει ο μουσικός να τη σαγηνεύσει, δεν μπορεί να την κατακτήσει ολότελα. Με το που γεννιέται ένα μεγάλο ποίημα, ο ποιητής παραμένει στην άκρη να κοιτάζει την αυθύπαρκτη πορεία της γέννας του μέσα στο χρόνο. Όλοι οι μεγάλοι ποιητές το ξέρουν αυτό, αλλά κι οι καλοί μουσικοί που δεν πέφτουν στην παγίδα της εύκολης τραγουδοποιίας. Γι’ αυτό όσοι είδαν την ποίηση ως τραγούδι, απέτυχαν κι αποτυγχάνουν ακόμη. Ούτε καν η μεγάλη εξαίρεση που ονομάζεται Θεοδωράκης δεν κατάφερε να δικαιολογήσει απόλυτα τη μελοποίηση ποιημάτων. Ο Χρίστος Λάσκαρης που απεβίωσε το 2008 σε ηλικία 70 ετών, είναι ένας πολύ καλός ποιητής με αρκετές ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, κι ένα διεθνές βραβείο ποίησης “Καβάφης” που του απενεμήθη το 2007από το Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής Παράδοσης Μοχάμεντ Άλι του Καΐρου. Ο ποιητικός του λόγος είναι διαποτισμένος από την καβαφική ατμόσφαιρα, διά της οποίας με ταπεινό, λιτό και υπόγειο τρόπο αναδεικνύει την καθημερινότητα των ανθρώπων και του χώρου που ζουν. Οι αναφορές του στο επικείμενο τέλος και στην αθωότητα που εκλείπει, δεν οδηγούν στον πεσιμισμό, αλλά στην αγωνιώδη αναζήτηση της υπάρξεως που προσπαθεί να συλλάβει το επέκεινα. Οι νοσταλγικές πτήσεις του στο παρελθόν είναι εμποτισμένες με την ανάμνηση και την τρυφερότητα μιας γενιάς που δεν κατάφερε να ενσωματωθεί στην καλπάζουσα πραγματικότητα. Με λεπτές αποχρώσεις ο ποιητής διέρχεται τη ζωή λέγοντας “δεν είμαι ευτυχισμένος, ούτε και δυσαρεστημένος” για να γράψει το φοβερό: “Αγώνα δίνω φίλε αναγνώστη, αγώνα τρομερό/ Έρχομαι σώμα με σώμα/ Αν νικήσω θα ωφεληθείς και συ/ Προσευχήσου λοιπόν για μένα”. Παρόλο που ο Λάσκαρης είναι περισσότερο γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, το έργο του αξίζει μια δεύτερη ματιά διότι είναι κρίμα οι καλοί ποιητές της επαρχίας που δεν θορυβούν να παραμένουν στα στενά όρια της μικρής τους πατρίδας. Και κάποτε πρέπει να το πάρουμε επιτέλους απόφαση ότι ποίηση στην Ελλάδα δεν έγραψε μόνο η γενιά του ‘30! Ο καθηγητής ηλεκτροακουστικής στο Πολυτεχνείο της Πάτρας Γιάννης Μουρτζόπουλος είναι ένας γνώριμος μουσικός σε όσους ασχολούνται με την πειραματική και τζαζ σκηνή της Θεσσαλονίκης. Απ’ ό,τι έχω υπόψη μου κυκλοφόρησε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μια συλλογή με μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση το 1997 και έχει συνεργαστεί με τους Μιχάλη Σιγανίδη, Φλώρο Φλωρίδη, Σπύρο Πολυχρονόπουλο κ.ά. Κι όπως συμβαίνει με τους μουσικούς αυτούς, η μουσική τους αφορά πολύ εξεζητημένα και ψαγμένα ακροατήρια. Άλλωστε ουδείς εξ αυτών έχει την αίσθηση ότι φτιάχνει μουσική για όλη την οικογένεια ή τραγούδια που θα παίζουν ολημερίς στα ραδιόφωνα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Μουρτζόπουλος, χρησιμοποιώντας μουσικά θέματα των Art Blakey, Charles Ives, Μανώλη Χιώτη και δικά του, προσεγγίζει την ποίηση του Λάσκαρη με πολύ σεβασμό και διάκριση, βλέποντάς την ως ένα άλλο αυτόνομο έργο που το μόνο που χρειάζεται είναι να εικονογραφηθεί και να εκτεθεί ως εικαστικό δρώμενο. Καθώς άκουγα τις συγκλονιστικές απαγγελίες του ποιητή και τα ηχητικά περάσματα του καθηγητή, στο μυαλό μου ήλθε η εικόνα δύο στενών φίλων που βαδίζουν στις ήσυχες όχθες ενός ποταμιού αμίλητοι και σοβαροί. Περιμένοντας ο ένας τον άλλον πότε θα αρθρώσει την πρώτη του λέξη. Με υπόβαθρο τον ηχητικό μινιμαλισμό που μπορεί να παραχθεί από τη σύγχρονη τεχνολογία και τα ρηξικέλευθα ρεύματα της Avant-Garde, της Experimental, της Electronic, της jazz, ο μουσικός φτιάχνει ηχοτοπία που βοηθούν την ποίηση να βαδίσει άνευ έγνοιας πάνω σε αυτά. Αυτό που επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό ο Μουρτζόπουλος είναι από τη μια να συνθέτει ήχους και εικόνες που φανερώνουν την υπόγεια ανατρεπτική διάθεση των ποιημάτων κι από την άλλη να αφήνει την ατμόσφαιρα των ποιημάτων να πρωταγωνιστούν. Έτσι, ενώ έχομε δύο διαφορετικά εξελισσόμενα έργα, στην πραγματικότητα έχομε ένα ενιαίο έργο με δύο ιδιότητες που σέβονται η μια την άλλην. Βέβαια, να μην νομισθεί ότι η διαδικασία αυτή είναι εύκολη ή λύνει το πρόβλημα της μελοποίησης κι αρχίσουν όλοι να παίζουν με τους υπολογιστές και τις απαγγελίες. Οφείλω να πω ότι χρειάζεται πολλή εμβάθυνση στην ποίηση και στη μουσική. Δεξιότητα που φαίνεται ότι ο Μουρτζόπουλος κατέχει πολύ καλά. Ας λάβομε ακόμα υπόψη ότι ηχογράφησε τον ποιητή λίγους μήνες πριν πεθάνει. Είναι γεγονός ότι τέτοιοι δίσκοι σπανίζουν στην ελλαδική δισκογραφία που δεν είναι μαζικής παραγωγής. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πειστεί ο σημερινός ακροατής που ζει σε ρυθμούς “φόρμουλας ένα” να καθίσει για μία ώρα να ακούει μουσική και ποίηση που δημιουργεί μια πολύ βαριά ατμόσφαιρά που αγγίζει τα όρια της θλίψεως και της μελαγχολίας. Όμως, θα ήταν άδικο να θεωρούμε ότι σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει η διάθεση από ανθρώπους που θέλουν να συγχρονιστούν με τα μουσικά ρεύματα της Δύσης και να πειραματιστούν δεδομένου ότι έχομε μία ογκώδη παραγωγή τραγουδιού που συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας. Θεωρώ ότι τέτοιες προσπάθειες αξίζουν την προσοχή των μουσικόφιλων, διότι σε ωθούν σε μια άλλη διαδικασία αντίληψης της μουσικής τέχνης.

Mic

Χρίστος Λάσκαρης [1931-2008]. Ένας μετακαβαφικός ποιητής του επέκεινα που μας θωρεί από τη ματαιότητα του τώρα και του σήμερα. Τα αλεξανδρινά του επιγράμματα, εκ Χαβαρίου [όπου γεννήθηκε] και εκ Πατρών [όπου έζησε] μυρίζουν θάνατο αλλά, ταυτόχρονα, κουβαλάνε μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, που “σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι”. Η σχέση του με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τις εκδόσεις Διαγώνιο, γέννησε δυο πολύ σημαντικές ποιητικές συλλογές του [Να Τελειώνουμε (1986) και Σύντομο Βιογραφικό (1991)]. Αντιγράφω από τη δεύτερη το ομότιτλο ποίημα εν είδει επιτύμβιας στήλης: Χρησιμοποίησα τις λέξεις, / κατά προτίμηση τις πιο σκοτεινές. Μ’ αυτές εργάστηκα, / μ’ αυτές, και με ένα φόβο. Στη λέξη θάνατος, / κατέφυγα πολλές φορές. / μου φαίνονταν / η μόνη αληθινή. Γιάννης Μουρτζόπουλος [Δράμα 1954]. Μουσικός, ερευνητής και καθηγητής ηλεκτρακουστικής στο Πολυτεχνείο της Πάτρας. Συνεργάστηκε με τον Φλώρο Φλωρίδη [DramaMusic, The Manager in Charge], με τον Μιχάλη Σιγανίδη [Μικρές Αγγελίες], με τον μαθητή του Σπύρο Πολυχρονόπουλο aka spyweirdos [Epistrophy At Utopia, & ο Φλωρίδης μαζί τους]. Συνεργάστηκε με τον αδερφό του και σκηνοθέτη Δημήτρη [Goin’ down, Dramamusic, Μικροδράμα], με τον εικαστικό Χρήστο Μαρκίδη [DramaMusic, το ποτάμι]. Επικεφαλής της Ομάδας Τεχνολογίας Ήχου [AudioGroup] του Πανεπιστημίου Πατρών. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Αβανγκάρντ και μετα-ποίηση και ζωγραφική [το “πάντα ρει και ουδέν μένει” εξώφυλλο του Μαρκίδη] να συμπνέουν και να συμπλέουν. Η ξεψυχισμένη φωνή του ποιητή από το υπερπέραν να διασχίζει αργά και τελετουργικά το σώμα των κομματιών κι ενίοτε να νιώθεις πως μιλά απ’ το κρεβάτι του πόνου [μέρες του ‘50] για να μην πω του ρόγχου [το ποτάμι]. “Τους αγαπάω τους τρελούς / μιλούν με το φεγγάρι” μας λέει στο εισαγωγικό “van gogh”, συνοδεία εξπρεσιονιστικού πιάνου, ”... κόβουν τις φλέβες ή το αυτί τους / τρυφερά. / Και το προσφέρουν”. Στους “άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι” ο Μουρτζόπουλος παραφράζει Art Blakey. Στο τρίτο ενύπνιο “μόνο στα όνειρα” η μακρινή φωνή του Λάσκαρη, περασμένη από χοάνη ή μη, σχολιάζεται από τις μελωδίες του νεοτεριστή Charles Edward Ives. Το ίδιο μινιμαλιστικό μοτίβο, πιάνο με ηλεκτρακουστικές παρεμβολές, στα δυο επόμενα. Παύσεις μεγάλες ανάμεσα, που μοιάζουν βασανιστικές αλλά δεν είναι. Μάλλον αφήνουν χώρο στα βαριά νοήματα. “Άντε, μου λέει, / να τελειώνουμε” κι εγώ θυμάμαι τον Victor Sjoestroem και το σημαδιακό του όνειρο στις “Άγριες φράουλες” του Μπέργκμαν. Στο “λαϊκό ζευγάρι” ο Τσαρούχης, ο Ιωάννου κι ο Χατζιδάκις μου φέρνουν δανεικές εικόνες αλλά το μουσικό βάρος σηκώνει πάλι ο Art Blakey. Αειθαλής κι αθάνατος. Στις ήσυχες “μέρες του ‘50” η φωνή του Γιάννη Μουρτζόπουλου μοιάζει να δειλιάζει, να λυγίζει έξυπνα για να μη σπάσει. “Που η σημερινή υπερπληθώρα;” κι ο αλεξανδρινός ποιητής συναντά τον Μανώλη Χιώτη. Περασμένες και χαμένες αγάπες αντηχούν σχεδόν απειλητικά. Ο ρηξικέλευθος Miro της Μαγιόρκα ζωντανεύει εμπρός μου “για να φτάσω ως εσένα” με τη φωνή του μικρού Νίκου Μουρτζόπουλου. Η αντίστιξη είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό εδώ. Και νάσου που βρίσκομαι μπροστά στις πύλες του Άδη στον Αχέροντα. Τον παίρνει “το ποτάμι” κι ποιητής αφήνεται κι αισθάνεται τη λύτρωση του τέλους. “Στέκει το φεγγάρι και κοιτάει, / ... όλο πάει” πολύβουο στην αντίπερα όχθη.

Tranzistor

Η Low Impedance συνεχίζει να εμπλουτίζει τον κατάλογό της με αξιόλογες και πρωτότυπες για την ελληνική δισκογραφία κυκλοφορίες. Στο «Ποτάμι» που μόλις κυκλοφόρησε, ο Γιάννης Μουρτζόπουλος, γνωστός μεταξύ άλλων για τις κυκλοφορίες του στο παρελθόν με το Φλώρο Φλωρίδη και το Spyweirdos, αλλά και διαπρεπής ακαδημαϊκός στην τεχνολογία ήχου, αποτίει φόρο τιμής στον Πατρινό ποιητή Χρίστο Λάσκαρη που έφυγε από τη ζωή ένα περίπου χρόνο πριν.

Βασισμένος σε ηχογραφημένες απαγγελίες του ποιητή, ο Μουρτζόπουλος σχεδιάζει ένα πολύμορφο ηχητικό τοπίο, ή μάλλον εννέα διαφορετικά τοπία, όσα και τα ποιήματα που αποτελούν τη βάση για κάθε κομμάτι.

Πρέπει να παιδέψω πολύ τη μνήμη μου για να βρω κάτι αντίστοιχο στην Ελληνική δισκογραφία. Σίγουρα, έχουν κυκλοφορήσει αρκετοί δίσκοι απαγγελιών ποίησης, από τον ίδιο τον ποιητή ή κάποιον άλλο, με ή χωρίς κάποιο μουσικό χαλί, αλλά εδώ η μουσική δεν αρκείται σε κάποιο διακοσμητικού τύπου ρόλο. Πάει ο νους μου και στο spoken word, με πιο αξιόλογη σύγχρονη περίπτωση το Χρήστο Αλεξόπουλο, αλλά και αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Υπάρχει βέβαια και η μεγάλη του γένους σχολή της μελοποιημένης ποίησης που ταλαιπωρεί εδώ και δεκαετίες την ελληνική δισκογραφία δίνοντας επίφαση καλλιτεχνικής αξίας σε αμέτρητες μετριότητες του έντεχνου σταρ σύστεμ. Ειδικά σε σχέση με αυτή την «παράδοση» το «Ποτάμι» μόνο αντιθετικά μπορεί να το δει κανείς. Μετά πάμε στο μαγικό κόσμο της Λένας Πλάτωνος, στον οποίο όμως το προσωπικό χάρισμα της μεγάλης καλλιτέχνιδας είναι τόσο ιδιαίτερο που απαγορεύει οποιουσδήποτε παραλληλισμούς.. Και υπάρχει και η δισκογραφία του Μιχάλη Σιγανίδη που εντάσσει, μεταξύ άλλων, στο σουρεαλιστικό της καμβά απαγγελίες του Μίλτου Σαχτούρη. Και από εδώ μπορούμε να πιάσουμε κάπου το νήμα. Πράγματι, στα κομμάτια του άλμπουμ με τζαζίστικο υπόστρωμα οι αντιστοιχίες με την τέχνη του θεσσαλονικιού avant-gard-ίστα είναι εμφανείς. Στο «Μέρες του ’50», η φωνή του Λάσκαρη, ένα θέμα από τον Μανώλη Χιώτη σε ελεύθερη jazz ανάπτυξη και το ατμοσφαιρικό synth χτίζουν ένα σουρεαλιστικό όνειρο αντίστοιχο του Αγίου Μιχάλη, όπως υπονοεί το τελευταίο κομμάτι από τον απρόσμενα για πολλούς ενδιαφέροντα νέο δίσκο του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Όπως επίσης και στο «Λαϊκό Ζευγάρι» και στο «Μοναχικοί Ταξιδιώτες» στα οποία χρησιμοποιούνται θέματα του Art Blakey. Αλλά φυσικά, το «Ποτάμι» κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί μια δευτερεύουσα προσθήκη στη «σιγανίδεια» δισκογραφία. Σε όλα τα κομμάτια και ιδιαίτερα στα «Απλώς μια Επιφάνεια», «Μόνο στα Όνειρα» και στο ομώνυμο κομμάτι ο Μουρτζόπουλος παίζει με όλο το οπλοστάσιο της σύγχρονης πειραματικής μουσικής. Ambient αισθητική, glitches που θυμίζουν το συνεργάτη στο “Epistrophy @ Utropia” Spyweirdos, drones, μελωδικά θέματα και jazz ιντερλούδια που παίρνουν ελευθεριακή τροπή, σύνθι με ιδιαίτερη προτίμηση στο distortion και samples από έργα του πρωτο-μοντερνιστή συνθέτη Charles Ives, όλα διατεταγμένα κατάλληλα ώστε να υπηρετήσουν την τέχνη του Λάσκαρη. Και βέβαια, από όλη αυτή την προσπάθεια δεν μένει αλώβητη και η φωνή του ποιητή. Ο Μουρτζόπουλος σαμπλάρει και λουπάρει το μοτίβο του ποιήματος στο “Van Gogh”, το ίδιο κάνει με την αναπνοή του ποιητή στο «Απλώς, μια Επιφάνεια» τονίζοντας το υπαρξιακό βάθος του ποιήματος και δε διστάζει εκεί που το κρίνει σκόπιμο να απαγγέλει και ο ίδιος μερικούς στίχους («Μέρες του ‘50») ή να προσθέσει μία παιδική φωνή («Για να φτάσω ως εσένα»). Όλα αυτά με τον μεγαλύτερο σεβασμό στην ποίηση και την πρωτογενή απαγγελία του ποιητή. Και είναι αλήθεια ότι ο Λάσκαρης είχε ένα μοναδικό τρόπο να απαγγέλει τα ποιήματά του, κάτι που δεν είναι αυτονόητο ακόμη και για μεγάλους ποιητές. Ειδικά στο ομώνυμο κομμάτι για το οποίο η απαγγελία ηχογραφήθηκε όταν η κατάσταση της υγείας του ποιητή ήταν πολύ επιβαρυμένη, η «ερμηνεία» είναι συγκλονιστική.

Αλλά όσο κι αν κοπιάσαμε να περιγράψουμε τον ήχο του άλμπουμ, και την προσέγγιση του Μουρτζόπουλου, η ουσία του έργου θα μας διαφεύγει χωρίς την ίδια την ποίηση που αποτελεί και την πηγή της όλης προσέγγισης. Η ποίηση του Λάσκαρη δεν απαιτεί ιδιαίτερη εξοικείωση από τον αμύητο αναγνώστη. Μινιμαλιστική και με πρώτη ύλη λέξεις καθημερινές, δημιουργεί ένα αποτέλεσμα άμεσο και περιεκτικό σε ολιγόστιχα κατά κανόνα ποιήματα και έτσι προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στο είδος τέχνης που πλήττεται περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο στη σημερινή μεταμοντέρνα συνθήκη. Βιωματική, πυκνή, δημιουργώντας μια σκοτεινή ατμόσφαιρα και καθιστώντας ανοίκεια κοινά βιώματα, κοινές σκέψεις και κοινές λέξεις, καταφέρνει να σημαδέψει κατευθείαν στον πυρήνα του υπαρξιακού μας άγχους.

Και είναι αλήθεια ότι το επίκεντρο της ποίησης του Λάσκαρη είναι ο θάνατος. Όχι βέβαια από κάποια μυστικιστική ή άλλη θρησκευτικού τύπου προσέγγιση αλλά ως απαραίτητη υπενθύμιση της αναπότρεπτης ανθρώπινης μοίρας που μας καθορίζει. Και όλα αυτά σε μία εποχή που ο θάνατος εξωθείται με κάθε τρόπο από τη χαβούζα της μαζικής κουλτούρας και του ανούσιου lifestyle. Στα χρόνια που η νεότητα ανάγεται σε φετίχ και παίρνει συγχωροχάρτι για οποιαδήποτε ανεπάρκειά της να πάει κόντρα στην περιρρέουσα βαρβαρότητα. Σε αυτή τη συνθήκη έχουμε ανάγκη από μια τέτοιου είδους παρέμβαση. Από έναν ποιητή ταπεινό και λιτό, σε ένα ποιητικό σινάφι που βρίθει από κάθε λογής ψώνια ενώ εξαιρετικοί έλληνες ποιητές πουλάνε γύρω στα 50 αντίτυπα. Από έναν ακαδημαϊκό που έχει δημιουργικές ανησυχίες και πέρα από την αυστηρή του εξειδίκευση. Και από μία μικρή δισκογραφική που επιμένει να κοιτάει την ουσία και όχι το εναλλακτικό lifestyle.

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:

κατά κανόνα σιωπηλοί,

πιάνοντας θέση σε παράθυρο.

Δεν έχουνε αποσκευές,

δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.

Συνέχεια κοιτάζουν έξω.

Αν κάποιος τους ρωτήσει που πηγαίνουνε,

Μοιάζουν σα να ‘ρχονται από μακριά

Σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.

Avopolis

Ακούω τον Χρίστο Λάσκαρη να απαγγέλει το ένα ποίημα μετά το άλλο και αναζητώ τα γραπτά του. Όχι μόνο αυτά τα εννέα που συμπεριλαμβάνει στο Ποτάμι ο Γιάννης Μουρτζόπουλος, αλλά όσα περισσότερα μπορώ να βρω. Διαβάζω… Αντιγράφω:

“Η Αγαπημένη Tου Εποχή”

Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη του εποχή - όχι τόσο για τα φρούτα του, όσο γι’ αυτούς τους μακρινούς περίπατους μέσα στο βράδυ, εκεί στις φτωχογειτονιές. με τις καταβρεγμένες τους αυλές, τα τηγανίσματα.

“Μέρες Του ‘50”

Επιστροφή σε χρόνια φτώχειας: ασπρόμαυρη ζωή, γεμάτη αξιοπρέπεια - πού η σημερινή υπερπληθώρα. Οι απολαύσεις μας λιτές: κάνας Καβάφης, κι αυτός δυσεύρετος.

Και καταλήγω στο “Ποτάμι”:

Το Ποτάμι Στέκει το φεγγάρι και κοιτάει το ποτάμι, που πηγαίνει μοναχό, κάποιος στο χορτάρι τραγουδάει κρεμασμένος απ’ τον ουρανό. Και η νύχτα κάθε τόσο σταματάει από άξαφνο του ποταμού λυγμό, χαμηλώνει το φεγγάρι και ρωτάει τι έχει και στενάζει το νερό. Και πηγαίνει, όλο πάει το ποτάμι, στ’ ανοιχτού πελάγου το χαμό, κάποιος μες στη νύχτα τραγουδάει, για αγάπη και για χωρισμό.

Η ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη είναι τόσο βαθιά όσο και η απαγγελία του. Σκάβει λέξη με τη λέξη μέχρι τη στιγμή που θα σε ακινητοποιήσει, μέχρι τη στιγμή όταν Το Ποτάμι γίνεται κάτι σαν συνειδητο-ποίηση του επικείμενου τέλους όλων των παιχνιδιών, όλων των τραγουδιών, όλων των ποιημάτων, όλων των λέξεων, όλων των αναπνοών.

Ο Γιάννης Μουρτζόπουλος με τα θέματα των Art Blakey, Charles Ives και Μανώλη Χιώτη, αλλά κυρίως με τις δικές του ηχητικές ασκήσεις και με βαθύτατους συνειρμούς καταφέρνει να προσεγγίσει την ποίηση του Λάσκαρη με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Ξεπερνώντας τα σύνορα που διαχωρίζουν τα μουσικά ιδιώματα (electronica, jazz, κλασική, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο) χτίζει ηχητικά τοπία που σχολιάζουν τα ποιήματα και αυτόματα τοποθετούνται απέναντί τους ως νέες ποιητικές (μη) οντότητες. Στη συνέχεια είναι ο λόγος του Λάσκαρη που έρχεται να σχολιάσει το ηχητικό περιβάλλον στο οποίο έχει ενταχθεί και η διαδικασία επαναλαμβάνεται από την αρχή πάλι και πάλι, έτσι που τελικά η ποίηση του Λάσκαρη και η μουσική του Μουρτζόπουλου γίνονται ένα αδιαχώριστο ποιητικό Όλον.

Ο δίσκος παίζει στο replay μέχρι οι τελευταίες θρηνητικές νότες να γίνουν ένα με τις τελευταίες θρηνητικές λέξεις:

Και πηγαίνει, όλο πάει το ποτάμι…

Ένα από τους καλύτερα ακροάματα που έφτασαν κοντά μου εδώ και πολύ καιρό…

Αθηνόραμα

Με άξονα τη φωνή του εκλιπόντος Χρίστου Λάσκαρη σε θραύσματα ποιημάτων του, ο Γιάννης Μουρτζόπουλος ανασυνθέτει θέματα των Charles Ives, Μανώλη Χιώτη, Art Blakey εξωθώντας ηλεκτροακουστικές συλλήψεις στο μεταίχμιο λογιότητας και μοντερνισμού.

Atraktos

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κυκλοφορία που έχει μια συνεχόμενη διεισδυτική ικανότητα να συγκινήσει πολυποίκιλα ακροατήρια. Το Ποτάμι είναι ένας δίσκος όπου ο ποιητής Χρίστος Λάσκαρις διαβάζει 9 του ποιήματα ενώ υποστηρικτικά-συνοδευτικά ο Γιάννης Μουρτζόπουλος γράφει μουσική για αυτά. Μια περίεργη και δύσκολη συνύπαρξη, που όμορφα ισορροπεί προσφέροντας μας αυτό το ξεχωριστό άλμπουμ.

Το γεγονός ότι ο Πατρινός ποιητής Χρίστος Λάσκαρις πέθανε πέρσι, σε ηλικία 70 ετών, προσδίδει στον δίσκο χαρακτήρα ντοκουμέντου αλλά και επιπρόσθετη συγκίνηση. Ο δε Γιάννης Μουρτζόπουλος που αναλαμβάνει τη μουσική, είναι καθηγητής ηλεκτροακουστικής στο Πολυτεχνείο Πατρών.

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να αναφέρομαι στα tracks ως κομμάτια ή ως ποιήματα! Και αυτό γιατί είναι τόσο δυνατά και αυθύπαρκτα παρόντα τα δύο μέρη που αδυνατείς να τα κατατάξεις. Ουσιαστικά λοιπόν έχουμε δύο επιμέρους τέχνες, την ποίηση και την μουσική να παρευρίσκονται, κατά τη γνώμη μου, στεκόμενες η μία απέναντι στην άλλη, ως να συναλλάσουν σκέψεις και εκφράσεις. Νομίζω ότι δεν είναι σωστό να πούμε ότι..ο Μουρτζόπουλος έντυσε (sic) με τη μουσική του τα ποιήματα του Λάσκαρη, γιατί είναι πολύ δυνατή η αυτόνομη παρουσία των δύο αυτών μερών.

Η μουσική όσο μινιμαλιστική και αν παρουσιάζεται, με εμφανή την επιδίωξη να μην επισκιάσει τη δύναμη του στίχου, έχει την ικανότητα να δημιουργεί επιπλέον συνειρμούς και παραστάσεις (που ίσως και να ήταν ζητούμενο αυτό). Μουσική συχνά με ηλεκτρονική βάση, σε ήρεμα space τοπία, αλλά και με πολλά πλήκτρα πιάνου σε βόλτες νευρικές (σαν αυτές που συχνά πυκνά έκανε ο Luis Tillet… για να συνεννοούμαστε οι alternative..)

Το πέρασμα της μουσικής του Χιώτη (από το περασμένες μου αγάπες) στο «Μέρες του’50» είναι επίσης πολύ εύστοχο. Το ίδιο και οι παιδικές φωνούλες, ως μέρος του μουσικού περίγυρου στο «για να φτάσω ως εσένα». Εν τέλει άδικη η αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι, καθώς πραγματικά είναι όλα ξεχωριστά. Μακάρι να βρεις φίλε και φίλη λίγο χρόνο και να ακούσεις απερίσπαστος αυτόν τον δίσκο. Σίγουρα θα κερδίσεις πολλα.

Αγώνα δίνω φίλε αναγνώστη, αγώνα τρομερό. Έρχομαι σώμα με σώμα.

Αν νικήσω θα ωφεληθείς και συ. Προσευχήσου λοιπόν για μένα